ευρύοπα

ευρύοπα
εὐρύοπα, ὁ (Α)
1. αυτός που ηχεί σε μεγάλη έκταση («εὐρύοπα κέλαδον φθεγγόμενος»)
2. (επίθ. τού Διός) αυτός που βλέπει μακριά, σε μεγάλη έκταση.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ευρύοπα απαντά ως προσωνυμία τού τ. Ζην ή Κρονίδην στην αιτιατ., αλλά και στην ονομαστ. και κλητ. (ευρύοπα Ζευς, ευρύοπα Ζευ). Η λ. ερμηνεύθηκε διττά από τους αρχαίους σχολιαστές: «αυτός που ηχεί σε μεγάλη έκταση» ή «αυτός που βλέπει μακριά». Σύμφωνα με την πρώτη ερμηνεία, το β' συνθετικό τού τ. είναι η αιτ. (F)όπα* τού *οψ, οπός
«φωνή» και απαντά ως επίθ. τών κήρυξ και κέλαδος (πρβλ. Βαρυόπᾱς Ζευς). Κατά τη δεύτερη ερμηνεία, το β' συνθετικό τής λέξεως συνδέεται με τα όψομαι, όπωπα τού ορώ* και χαρακτηρίζει τη λ. ήλιος. Πιθανότατα η αρχική σημ. τής λέξεως ήταν «αυτός που ηχεί σε μεγάλη έκταση» και αποδόθηκε στον Δία, ο οποίος στέλνει τις βροντές και τους κεραυνούς. Αργότερα ίσως η λ. συνδέθηκε με τα όψομαι, όπωπα].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • εὐρυόπα — εὐρυόπᾱ , εὐρύοπα wide eyed masc nom/voc/acc dual (epic) εὐρύοπα wide eyed masc voc sg (epic) εὐρυόπᾱ , εὐρύοπα wide eyed masc gen sg (epic doric aeolic) εὐρύοπα wide eyed masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρύοπα — wide eyed masc nom/voc sg (epic) εὐρύοπα wide eyed masc acc sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐρυόπα — Εὐρυόπᾱ , Εὐρυόπης masc acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυόπης — εὐρύοπα wide eyed masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Liaisons de Zeus — Zeus Pour les articles homonymes, voir Zeus (homonymie). L une des premières représentations de Zeus trônant, coupe laconienne du Peint …   Wikipédia en Français

  • Zeus — Pour les articles homonymes, voir Zeus (homonymie) …   Wikipédia en Français

  • AQUILA — I. AQUILA apud Sugerium de Administrat. sua c. 32. Aquilam vero in medio chori ammirantium tactu frequenti deaur atam, reaurari fecimus, aliosque recentioris aevi Sctiptores, lectrum est seu analogium in modum aquilae alas expansas habentis… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ευρυ- — (ΑΜ εὐρυ ) α συνθετικό λέξεων το οποίο προσδίδει στο β συνθετικό τις σημασίες: α) πλατύς, εκτεταμένος (πρβλ. εὐρυτενής, εὐρύτιμος) β) μεγάλος, πολύς (εὐρυγάστωρ, εὐρυδίνης, εὐρυμαθής) γ) βαθύς (εὐρυβέρεθρος) δ) ισχυρός (εὐρυσθενής). ΣΥΝΘ. (Α… …   Dictionary of Greek

  • u̯ekʷ- (*ḫuekʷ-) —     u̯ekʷ (*ḫuekʷ )     English meaning: to speak     Deutsche Übersetzung: ‘sprechen”     Material: O.Ind. vákti, vívakti ‘sagt, talks, speaks”, Aor. ávōcam (= εἶπον, see below), participle uktá , Kaus. vücayati, Av. vak ‘speak”, ū̆xta , O.Ind …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”